Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

adverse reaction


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο reaction παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: adverse

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reaction n (person: action as result)αντίδραση ουσ θηλ
  (ενός προβλήματος)αντιμετώπιση ουσ θηλ
  (συνήθως θετική)ανταπόκριση ουσ θηλ
 Mark's reaction to turning fifty was to go out and buy a sports car.
 Η αντίδραση του Μαρκ όταν έγινε πενήντα χρονών ήταν να αγοράσει ένα αθλητικό αυτοκίνητο.
reaction n (person: instinctive)αντίδραση ουσ θηλ
  (συνήθως θετική)ανταπόκριση ουσ θηλ
  (ένστικτο)αντανακλαστικά ουσ ουδ πλ
 Liam's quick reaction to the woman walking out into the road avoided a nasty accident.
 Ο Λίαμ, με τη γρήγορη αντίδρασή του όταν είδε τη γυναίκα να βγαίνει στον δρόμο, πρόλαβε ένα σοβαρό ατύχημα.
reaction n (body to medicine, etc.)αντίδραση ουσ θηλ
  (συνήθως θετική)ανταπόκριση ουσ θηλ
 Alison had an allergic reaction to the drug.
 Η Άλισον παρουσίασε αλλεργική αντίδραση στο φάρμακο.
reaction n (chemistry)αντίδραση ουσ θηλ
 Mixing these two substances causes a reaction.
 Η ανάμειξη αυτών των δύο ουσιών προκαλεί μια αντίδραση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
action and reaction n (physics: opposing forces)δράση και αντίδραση ουσ θηλ
allergic reaction n (response to an allergen)αλλεργική αντίδραση επίθ + ουσ θηλ
chain reaction n (sequence of cause and effect)αλυσιδωτή αντίδραση επίθ + ουσ θηλ
 In the blinding snow, one car hit another and caused a chain reaction; the accident ended up involving six cars on Highway 40.
chemical reaction n (result of chemicals interacting)χημική αντίδραση επίθ + ουσ θηλ
delayed reaction n (response after an interval)καθυστερημένη αντίδραση ουσ θηλ
 The patient experienced a delayed reaction to the drug.
gut reaction n informal (instinctive response)ενστικτώδης αντίδραση επίθ + ουσ θηλ
 When I first heard about the project, my gut reaction was very negative because it didn't seem practical.
knee-jerk reaction,
kneejerk reaction
n
(unthinking response) (μεταφορικά)αντανακλαστική αντίδραση, αυθόρμητη αντίδραση επίθ + ουσ θηλ
 I admit my response was a knee-jerk reaction; when I thought about it later I wished I'd never said it.
reaction time n (time it takes to respond)χρόνος αντίδρασης ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση adverse reaction στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «adverse reaction».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!